Μετάφραση του "exultation" σε Ελληνικά
Οι αγαλλίαση, θριαμβολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exultation" σε Ελληνικά.
exultation
noun
γραμματική
The act of exulting; lively joy at success or victory, or at any advantage gained; rapturous delight; triumph. [..]
-
αγαλλίαση
noun feminineEach victory was greeted with exultation in the sight of all the people.
Κάθε νίκη χαιρετίστηκε με αγαλλίαση στα μάτια όλων των ανθρώπων.
-
θριαμβολογία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exultation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη