Μετάφραση του "fallow" σε Ελληνικά

Οι αγρανάπαυση, εκτάσεις σε αγρανάπαυση, Αγραναπαυση ... Ground ploughed and harrowed but left unseeded for one year. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fallow" σε Ελληνικά.

fallow adjective verb noun γραμματική

(agriculture, uncountable) Ground ploughed and harrowed but left unseeded for one year. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρανάπαυση

    noun feminine

    On land lying fallow there shall be no agricultural production.

    Σε γη υπό αγρανάπαυση δεν υπάρχει γεωργική παραγωγή.

  • εκτάσεις σε αγρανάπαυση

    Grasslands (meadows, pastures and fallow land) are the source of the spring nectar honeys obtained in May and June.

    Οι λειμώνες (χορτολιβαδικές εκτάσεις, βοσκότοποι, εκτάσεις σε αγρανάπαυση) αποτελούν την πηγή για το νέκταρ του εαρινού μελιού που συλλέγεται τον Μάιο και τον Ιούνιο.

  • Αγραναπαυση ... Ground ploughed and harrowed but left unseeded for one year.

  • χέρσος

    επίθετο

    the field shall be laid to, and maintained either, in bare fallow or in permanent pasture with frequent close cutting or intensive grazing,

    ο αγρός διατηρείται είτε χέρσος είτε ως μόνιμος βοσκότοπος στον οποίο, η βλάστηση κόβεται συχνά και χαμηλά ή ο οποίος χρησιμοποιείται για εντατική βόσκηση,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fallow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fallow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fallow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη