Μετάφραση του "fallowing" σε Ελληνικά

Το αγρανάπαυση είναι η μετάφραση του "fallowing" σε Ελληνικά.

fallowing noun verb γραμματική

Present participle of fallow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρανάπαυση

    noun

    On land lying fallow there shall be no agricultural production.

    Σε γη υπό αγρανάπαυση δεν υπάρχει γεωργική παραγωγή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fallowing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fallowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγρανάπαυση
  • Αγραναπαυση ... Ground ploughed and harrowed but left unseeded for one year. · αγρανάπαυση · εκτάσεις σε αγρανάπαυση · χέρσος
  • Ντάμα
  • ντάμα · πλατώνι
  • περιοχή αγρανάπαυσης
  • εκτάσεις σε αγρανάπαυση
  • ντάμα · πλατώνι
  • ντάμα · πλατώνι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fallowing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη