Μετάφραση του "fatten" σε Ελληνικά
Οι παχαίνω, εμπλουτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fatten" σε Ελληνικά.
fatten
verb
γραμματική
(intransitive) To become fatter [..]
-
παχαίνω
verb -
εμπλουτίζω
verb -
παχαίνω,χοντραίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fatten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fatten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πάχυνση με βοσκή
-
θρεφτάρι · μανάρι · σιτευτός
-
ο μόσχος ο σιτευτός · το θρεμμένο μοσχάρι
-
πάχυνση
-
πάχυνση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη