Μετάφραση του "favourite" σε Ελληνικά
Οι αγαπημένος, φαβορί, ευνοούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "favourite" σε Ελληνικά.
favourite
adjective
verb
noun
γραμματική
(UK, Canada) Preferred or liked above all others (unless qualified.) [..]
-
αγαπημένος
noun particle adjective masculineMilan Kundera is my favourite writer.
Ο Μίλαν Κούντερα είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας.
-
φαβορί
nounMakes me feel like I'm playing the favourite.
Με κάνει να νιώθω σαν να παίζω το φαβορί.
-
ευνοούμενος
The Commission considered the present Director to be its favourite candidate from the outset.
Επιτροπή θεώρησε ότι ο τρέχων Διευθυντής ήταν ο ευνοούμενος υποψήφιός της από την αρχή.
-
αγάπη
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " favourite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "favourite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
"αγαπημένα"
-
προτιμώμενος ιστοχώρος
-
Προτιμώμενος
-
ξεχωρίζω
-
διάκριση · ευνοιοκρατία · μεροληψία · νεποτισμός · φαβοριτισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη