Μετάφραση του "favouritism" σε Ελληνικά
Οι ευνοιοκρατία, φαβοριτισμός, διάκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "favouritism" σε Ελληνικά.
favouritism
noun
γραμματική
(UK) The unfair favouring of one person or group at the expense of another. [..]
-
ευνοιοκρατία
noun feminineunfair favouring
It must stop projecting the image of a closed shop of nepotism and favouritism.
Θα πρέπει να σταματήσει να δίνει την εικόνα ενός κλειστού κόσμου που ευνοεί τον νεποτισμό και την ευνοιοκρατία.
-
φαβοριτισμός
masculineunfair favouring
-
διάκριση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μεροληψία
- νεποτισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " favouritism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "favouritism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
"αγαπημένα"
-
προτιμώμενος ιστοχώρος
-
Προτιμώμενος
-
ξεχωρίζω
-
αγάπη · αγαπημένος · ευνοούμενος · φαβορί
-
αγάπη · αγαπημένος · ευνοούμενος · φαβορί
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη