Μετάφραση του "fee" σε Ελληνικά
Οι αμοιβή, αντίτιμο, εισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fee" σε Ελληνικά.
A monetary payment charged for professional services. [..]
-
αμοιβή
noun femininemonetary payment charged for professional services [..]
The fee should be presented in the income statement based on its economic substance and nature.
Η αμοιβή πρέπει να παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων βασιζόμενη στην οικονομική της ουσία και φύση.
-
αντίτιμο
noun neuterThis fee may not, however, be discriminatory or set at a prohibitively high level.
Ωστόσο, αυτό το αντίτιμο δεν μπορεί να είναι διακριτική ή να ανέρχεται σε ένα απαγορευτικάψηλό επίπεδο.
-
εισφορά
noun feminineA charge fixed by law for services of public officers or for use of a privilege under control of government.
The fee shall be set at EUR 25 per tonne caught within Seychelles waters.
Η εισφορά ορίζεται σε 25 ευρώ ανά τόνο που αλιεύεται στα ύδατα των Σεϋχελλών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίδακτρα
- τέλος
- εξέταστρα
- τέλη
- φιλοδώρημα
- δικαιώματα
- πληρωμή
- με χρέωση
- φέουδο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Τέλος, αντιμισθία
Φράσεις παρόμοιες με "fee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαιώματα · συνδρομή
-
Τέλος πρόωρου τερματισμού
-
πλήρης κυριότητα
-
εξαρτώμενη αμοιβή · εργολαβική αμοιβή
-
τέλη και επιβαρύνσεις
-
τέλος ενεργοποίησης
-
τέλος φάσματος
-
πλήρης κυριότητα