Μετάφραση του "feeble" σε Ελληνικά

Οι αδύναμος, αδύνατος, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feeble" σε Ελληνικά.

feeble adjective verb γραμματική

Deficient in physical strength; weak; infirm; debilitated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδύναμος

    adjective masculine

    Too weak even to snuff this feeble candle.

    Τόσο αδύναμος που δεν μπορώ να σβήσω αυτό το κερί που τρεμοπαίζει.

  • αδύνατος

    adjective
  • μικρός

    adjective

    Human beings are weak, pathetic, feeble-minded... creatures.

    Οι άνθρωποι είναι πλάσματα αδύναμα, αξιολύπητα με μικρό νου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feeble " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "feeble" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδυναμία · ανημποριά · ανημπόρια · ατονία · εξάντληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feeble" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη