Μετάφραση του "feeling" σε Ελληνικά

Οι συναίσθημα, αίσθημα, αίσθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feeling" σε Ελληνικά.

feeling adjective noun verb γραμματική

Emotionally sensitive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναίσθημα

    noun neuter

    in plural: emotional state or well-being

    I got a feeling this isn't a personal visit.

    Πήρα ένα συναίσθημα αυτό δεν είναι μια προσωπική επίσκεψη.

  • αίσθημα

    noun neuter

    It gave you a feeling of power to control someone else's life.

    Σας έδωσε ένα αίσθημα εξουσίας το ότι ελέγχετε τη ζωή κάποιου άλλου.

  • αίσθηση

    noun feminine

    I have a feeling that something important is going to happen.

    Έχω την αίσθηση ότι κάτι σοβαρό πρόκειται να συμβεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στυγνός
    • αφή
    • εντύπωση
    • Αίσθημα
    • αγγίζω
    • αίσθηση αφής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feeling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "feeling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκφράζω συγκίνηση
  • έχω την αίσθηση [+Γεν.] · αίσθηση · αγγίζω · αισθάνομαι · αντιλαμβάνομαι · αφή · βλέπω · εντύπωση · θεωρώ · μου έρχεται · μυρίζομαι · μυρίζω · νιώθω · νοιώθω · πασπατεύω · πιάνω · πιστεύω · συνειδητοποιώ · ψαχουλεύω · ψηλαφίζω · ψηλαφώ · ψυλλιάζομαι
  • είμαι, νιώθω σαν (το) ψάρι έξω από το νερό · είμαι, νιώθω σαν (το) ψάρι στη στεργιά
  • ακούω · ακροώμαι · βολιδοσκοπώ · ψυχολογώ
  • καταλαβαίνω · λυπάμαι · νιώθω · συμπάσχω · συμπαθώ · συμπονώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feeling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη