Μετάφραση του "fidgety" σε Ελληνικά
Οι νευρικός, ανήσυχος, νευρόσπαστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fidgety" σε Ελληνικά.
fidgety
adjective
γραμματική
Having, or pertaining to, a tendency to fidget. [..]
-
νευρικός
adjective masculineBut you were very fidgety with your hands.
Αλλά ήσουν πολύ νευρικός με τα χέρια σου.
-
ανήσυχος
adjective -
νευρόσπαστο
-
πανικόβλητος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fidgety " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fidgety" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
με πιάνει ανυπομονησία · με πιάνει τρακ · παθαίνω τρακ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη