Μετάφραση του "filled" σε Ελληνικά

Το γεμισμένος είναι η μετάφραση του "filled" σε Ελληνικά.

filled adjective verb γραμματική

That is now full. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμισμένος

    Unless you're running a marathon choosing both stuffing and mashed potatoes is a starch-filled redundancy.

    Εκτός αν προγραμματίζεις να τρέξεις στο μαραθώνιο, η επιλογή της γέμισης και οι πολτοποιημένες πατάτες είναι ένας άμυλο-γεμισμένος πλεονασμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "filled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καλώδιο με πλήρωση
  • βάζω · γέμισμα · γεμίζω · γεμίσει · διορίζω · εκπληρώνω · εκτελώ · επίχωση · επανεπίχωση · καλύπτω · πληρώ · πραγματοποιώ · συμπληρώνω · σφραγίζω · φουσκώνω
  • κάλυψη κενών θέσεων εργασίας
  • διεκπεραιώνω παραγγελία
  • συμπλήρωση σειράς
  • δακρυσμένος
  • λαβή συμπλήρωσης
  • Αυτόματη Συμπλήρωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη