Μετάφραση του "fink" σε Ελληνικά

Το απεργοσπάστης είναι η μετάφραση του "fink" σε Ελληνικά.

fink verb noun γραμματική

(chiefly US, slang) Someone who betrays a trust. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεργοσπάστης

    noun masculine

    You left out fink.

    'φησες έξω το απεργοσπάστης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fink " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fink" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fink" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη