Μετάφραση του "fink" σε Ελληνικά
Το απεργοσπάστης είναι η μετάφραση του "fink" σε Ελληνικά.
fink
verb
noun
γραμματική
(chiefly US, slang) Someone who betrays a trust. [..]
-
απεργοσπάστης
noun masculineYou left out fink.
'φησες έξω το απεργοσπάστης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fink " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fink" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γενς Φινκ-Γένσεν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη