Μετάφραση του "fixture" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, επιδιόρθωση, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fixture" σε Ελληνικά.

fixture verb noun γραμματική

(law) Something that is fixed in place, especially a permanent appliance or other item of personal property that is considered part of a house and is sold with it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine
  • επιδιόρθωση

    noun feminine
  • ρύθμιση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καρίκωμα
    • εντοιχισμένο έπιπλο
    • εργασία αποκατάστασης
    • ιδιοσκευή , διάταξη στερέωσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fixture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fixture"

Φράσεις παρόμοιες με "fixture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fixture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη