Μετάφραση του "fizzy" σε Ελληνικά
Οι ανθρακούχος, αναψυκτικό, αφρώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fizzy" σε Ελληνικά.
fizzy
adjective
noun
γραμματική
(of a liquid) Containing bubbles. [..]
-
ανθρακούχος
adjective masculinecontext of a liquid
-
αναψυκτικό
noun -
αφρώδης
adjectiveA fizzy beer with the aroma of yeast
αφρώδης μπίρα με άρωμα μαγιάς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fizzy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fizzy"
Φράσεις παρόμοιες με "fizzy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σόδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη