Μετάφραση του "fleet" σε Ελληνικά

Οι στόλος, αρμάδα, ταχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fleet" σε Ελληνικά.

fleet adjective verb noun γραμματική

A group of vessels or vehicles. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόλος

    noun masculine

    a group of vessels

    There has been limited progress in the areas of resources, fleet management, and inspection and control.

    Σημειώθηκε μικρή πρόοδος στους τομείς της διαχείρισης, της επιθεώρησης και ελέγχου των πόρων και των εμπορικών στόλων.

  • αρμάδα

    You will have the fleet ready in two days.

    Θα έχεις έτοιμη την αρμάδα σε δύο μέρες.

  • ταχύς

    adjective masculine

    But the lack of a regulatory framework limits investment and modernisation, resulting in rapidly ageing infrastructures and fleets.

    Όμως, η έλλειψη κανονιστικού πλαισίου δημιουργεί εμπόδια στις επενδύσεις και τον εκσυγχρονισμό, με αποτέλεσμα την ταχεία γήρανση των υποδομών μεταφορών και των εμπορικών πλοίων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φεύγω
    • σβέλτος
    • πετώ
    • Στόλος
    • πομπή
    • αχνοσβήνω
    • ξεθωριάζω
    • γοργός
    • αεροπορικός στόλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fleet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fleet proper

The stream that ran where Fleet Street now runs. [..]

+ Προσθήκη

"Fleet" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Fleet στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "fleet"

Φράσεις παρόμοιες με "fleet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fleet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη