Μετάφραση του "fleeting" σε Ελληνικά
Οι πρόσκαιρος, εφήμερος, φευγαλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fleeting" σε Ελληνικά.
fleeting
adjective
verb
γραμματική
Present participle of fleet. [..]
-
πρόσκαιρος
adjective masculinepassing quickly
" Fleet-i ngly it stays, "
" Μένει πρόσκαιρα "
-
εφήμερος
adjective masculinepassing quickly
The wealth, however, was fleeting.
Ο πλούτος, ωστόσο, ήταν εφήμερος.
-
-
φευγαλέος
Love is passion, it's fleeting, it's trouble.
Ο έρωτας είναι πάθος, είναι φευγαλέος... είναι μπελάς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fleeting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fleeting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχιναύαρχος
-
ιχνηλάτηση Στόλου
-
Σύστημα διαχείρισης στόλου
-
Σύστημα διαχείρισης στόλου
-
εναέριος στόλος
-
ποτάμιος στόλος
-
ναύαρχος
-
Στόλος · αεροπορικός στόλος · αρμάδα · αχνοσβήνω · γοργός · ξεθωριάζω · πετώ · πομπή · σβέλτος · στόλος · ταχύς · φεύγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη