Μετάφραση του "fleshly" σε Ελληνικά
Το σαρκικός είναι η μετάφραση του "fleshly" σε Ελληνικά.
fleshly
adjective
adverb
γραμματική
corporeal or bodily [..]
-
σαρκικός
adjectiveOne circumstance that many have faced is the struggle to overcome a fleshly weakness.
Μια κατάσταση που αντιμετωπίζουν πολλοί είναι ο αγώνας που κάνουν για να ξεπεράσουν κάποια σαρκική αδυναμία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fleshly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη