Μετάφραση του "fleshy" σε Ελληνικά
Οι σαρκώδης, εύσαρκος, εύσωμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fleshy" σε Ελληνικά.
fleshy
adjective
noun
γραμματική
Of, related to, or resembling flesh. [..]
-
σαρκώδης
adjectiveThe bullet was most likely in the fleshy parts of one of the victims.
Η σφαίρα ήταν πιθανόν στα σαρκώδη μέρη ενός από τα θύματα.
-
εύσαρκος
-
εύσωμος
Το θύμα ήταν πιθανώς εύσωμο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fleshy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη