Μετάφραση του "flexibility" σε Ελληνικά

Οι ευελιξία, ευκαμψία, ευλυγισία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flexibility" σε Ελληνικά.

flexibility noun γραμματική

The quality of being flexible; suppleness; pliability. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευελιξία

    noun feminine

    quality of being flexible [..]

    We agree with flexibility for enterprises, but also with the necessary degree of security for working people.

    Συμφωνούμε με την ευελιξία για τις επιχειρήσεις αλλά και με τον αναγκαίο βαθμό ασφάλειας για τους εργαζόμενους.

  • ευκαμψία

    feminine

    quality of being flexible

    Manufacturing processes that can flexibly respond to changes in labour conditions, changes of products or materials.

    Διαδικασίες παραγωγής που διαθέτουν ευκαμψία ώστε να ανταποκρίνονται στις μεταβολές των εργασιακών συνθηκών, των προϊόντων ή των υλικών.

  • ευλυγισία

    feminine

    We need a form of technology which can respond very quickly and very flexibly to the technological revolution.

    Χρειαζόμαστε μία τεχνική η οποία να μπορεί να ανταποκριθεί ταχύτατα και με ιδιαίτερη ευλυγισία στην τεχνολογική επανάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσαρμοστικότητα
    • ευπείθεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flexibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flexibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flexibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη