Μετάφραση του "flock" σε Ελληνικά

Οι κοπάδι, ποίμνιο, σμήνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flock" σε Ελληνικά.

flock verb noun γραμματική

(transitive) To congregate in or head towards a place in large numbers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοπάδι

    noun neuter

    group of birds [..]

    It's like a flock of sheep grazing in the ruins of a village.

    Ένα κοπάδι πρόβατα που βοσκάει σ ́ ένα ρημαγμένο χωριό.

  • ποίμνιο

    noun neuter

    people served by a particular pastor

    She was one among the people at Europol who tended to the flock, as it were.

    Ήταν ανάμεσα στους ανθρώπους της Γιούροπολ που έτειναν στο ποίμνιο, όπως ήταν.

  • σμήνος

    noun masculine

    group of birds

    At least one sample shall be taken per breeding flock on each sampling occasion.

    Λαμβάνεται τουλάχιστον ένα δείγμα ανά σμήνος αναπαραγωγής σε κάθε δειγματοληψία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγέλη
    • ποίμνη
    • συρρέω
    • ομάδα
    • φουρνιά
    • κινούμαι αγεληδόν
    • κόλποι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "flock"

Φράσεις παρόμοιες με "flock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη