Μετάφραση του "fluency" σε Ελληνικά

Οι ευχέρεια, ευφράδεια, άνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fluency" σε Ελληνικά.

fluency noun γραμματική

The quality of smoothness of flow [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευχέρεια

    noun feminine

    linguistics: being fluent in a language

    Though words flow freely, abrupt changes in thought impair fluency.

    Αν και οι λέξεις ρέουν αβίαστα, οι απότομες εναλλαγές στη σκέψη δημιουργούν πρόβλημα στην ευχέρεια.

  • ευφράδεια

    noun feminine

    linguistics: being fluent in a language

    With native-language fluency and cultural understanding, Girish served as an interpreter, teacher, and mentor.

    Με την ευφράδεια της μητρικής γλώσσας και την πολιτιστική κατανόηση, ο Γκίρις υπηρέτησε ως μεταφραστής, διδάσκαλος και μέντορας.

  • άνεση

    noun

    And with such fluency?

    Και με τέτοια άνεση;

  • ευγλωττία

    His fluency in Arabic led to his advancement and special assignments in the Middle East.

    Η ευγλωττία του στα Αραβικά, βοήθησε στην προαγωγή του και σε ειδικές αποστολές στην Μέση Ανατολή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fluency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fluency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη