Μετάφραση του "fluent" σε Ελληνικά
Οι ρευστός, ρευστή, με ευχέρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fluent" σε Ελληνικά.
(linguistics) Able to speak a language accurately, rapidly, and confidently – in a flowing way. [..]
-
ρευστός
adjective masculineable to speak a language accurately and confidently
-
ρευστή
adjective feminineable to speak a language accurately and confidently
-
με ευχέρεια
able to speak a language accurately and confidently
She's the only member of the team fluent in arabic.
Είναι το μόνο μέλος της ομάδας με ευχέρεια στ'αραβικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- που έχει ευχέρεια
- ρευστό
- εύγλωττος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fluent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Characterized by design and functional elements introduced in the 2007 Microsoft Office suite user interface.
"Fluent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Fluent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "fluent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Περιβάλλον εργασίας χρήστη Fluent
-
Περιβάλλον εργασίας Fluent του Microsoft Office
-
Περιβάλλον εργασίας χρήστη Office Fluent
-
Περιβάλλον εργασίας χρήστη Fluent του Microsoft Office