Μετάφραση του "focus" σε Ελληνικά
Οι εστιάζω, εστίαση, εστία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "focus" σε Ελληνικά.
(countable, optics) a point at which reflected or refracted rays of light converge. [..]
-
εστιάζω
verbThey should primarily focus on services linked to products and processes.
Τα πρότυπα αυτά θα πρέπει να εστιάζονται πρωτίστως στις υπηρεσίες που συνδέονται με προϊόντα και διαδικασίες.
-
εστίαση
nounA temporary property of a user-interface object, such as a window, view, dialog box, or button, that permits the object to receive keyboard input from the user. The focus is usually conveyed through highlighting.
Detailed career guidance is also given to groups, with focus for interaction and work practice.
Λεπτομερής καθοδήγηση σταδιοδρομίας παρέχεται επίσης στις ομάδες, με εστίαση στην αλληλεπίδραση και πρακτική άσκηση στην εργασία.
-
εστία
noun feminineThe organization's primary focus is to benefit our city, our people.
Η εστία των προσπαθειών της οργάνωσης, είναι να ωφεληθεί η πόλη και οι πολίτες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επίκεντρο
- συγκεντρώνω
- κέντρο
- επικεντρώνω
- δίνω έμφαση
- συγκεντρώσου
- προσήλωση
- συγκεντρώνομαι
- φωλιά
- ρυθμίζω
- εστιάζω, συγκεντρώνω
- σημείο εστίασης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " focus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Focus" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Focus στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
FOCUS (hardware)
"FOCUS" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το FOCUS στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "focus"
Φράσεις παρόμοιες με "focus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πρέπει να συγκεντρωθώ
-
εστίαση εισόδου
-
δίνω πολλή σημασία σε
-
κεντρικός άξονας · πρωτεύουσα εστία
-
πηνίο εστίασης, {πηνίο εκτροπής}
-
στο επίκεντρο
-
εστιάζω · συγκεντρώνομαι
-
έχω ως στόχο · δίνω έμφαση σε · επικεντρώνω την προσοχή σε · εστιάζω σε · εστιάζω το ενδιαφέρον σε · περιορίζομαι σε · συγκεντρώνομαι