Μετάφραση του "forbiddance" σε Ελληνικά
Το απαγόρευση είναι η μετάφραση του "forbiddance" σε Ελληνικά.
forbiddance
noun
γραμματική
an official prohibition or edict against something. [..]
-
απαγόρευση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forbiddance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη