Μετάφραση του "forced" σε Ελληνικά
Οι βεβιασμένος, φορσέ, αναγκαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forced" σε Ελληνικά.
forced
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of force. [..]
-
βεβιασμένος
adjective masculineobtained forcefully
He wanted me to fight him, you know, like he was forcing me.
Ήθελε να του αντιστέκομαι, σαν να με βιάζει.
-
φορσέ
adjective -
αναγκαστικός
adjectiveThe Commission’s expert observes that the correct term is not ‘forced insurer’ but rather ‘forced guarantor’.
Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα της Επιτροπής, ο σωστός όρος δεν είναι «εγγυητής» αλλά «αναγκαστικός εγγυητής».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξαναγκασμένος
- βίαιος
- διά της βίας
- προσποιητός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forced " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forced" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μπήκα στο Σώμα
-
Mικροσκοπία ηλεκτροστατικής δύναμης
-
Mικροσκοπία ηλεκτροστατικής δύναμης
-
Μικροσκοπία μαγνητικής δύναμης
-
εξαναγκασμένη ενημέρωση
-
πίεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη