Μετάφραση του "forcing" σε Ελληνικά
Το επιβολή, εξαναγκασμός είναι η μετάφραση του "forcing" σε Ελληνικά.
forcing
noun
verb
γραμματική
(horticulture) The art of raising plants at an earlier season than is normal, especially by using a hotbed [..]
-
επιβολή, εξαναγκασμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forcing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forcing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μπήκα στο Σώμα
-
Mικροσκοπία ηλεκτροστατικής δύναμης
-
Mικροσκοπία ηλεκτροστατικής δύναμης
-
Μικροσκοπία μαγνητικής δύναμης
-
εξαναγκασμένη ενημέρωση
-
πίεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη