Μετάφραση του "forcible" σε Ελληνικά

Οι βίαιος, πειστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forcible" σε Ελληνικά.

forcible adjective γραμματική

Able to be forced. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βίαιος

    adjective masculine

    It almost looks like the occupants were forcibly dragged out in the middle of dinner.

    Φαίνεται σαν οι ιδιοκτήτες να σύρθηκαν βίαια έξω την ώρα που έτρωγαν βραδινό.

  • πειστικός

    adjective

    Had this had been the case, they could have then gone out and sold their products much more forcibly.

    Θα μπορούσαν τότε να πάνε και να διαθέσουν τα προϊόντα τους πολύ πιο πειστικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forcible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "forcible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forcible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη