Μετάφραση του "forehanded" σε Ελληνικά
Οι εύπορος, πλούσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forehanded" σε Ελληνικά.
forehanded
adjective
adverb
γραμματική
(now US) Looking to the future; displaying foresight; prudent. [..]
-
εύπορος
adjective masculine -
πλούσιος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forehanded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη