Μετάφραση του "foreign" σε Ελληνικά

Οι ξένος, αλλοδαπός, αλλοεθνής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foreign" σε Ελληνικά.

foreign adjective noun γραμματική

From a different country. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξένος

    adjective masculine

    originating from or characteristic of a different country [..]

    The produce when packaged must be free from any foreign bodies.

    Το προϊόν , κατά τη συσκευασία , πρέπει να είναι απαλλαγμένο από κάθε ξένο σώμα .

  • αλλοδαπός

    adjective masculine

    originating from or characteristic of a different country [..]

    and the foreigner is not employed on less favourable conditions of employment than comparable German workers.

    και ότι ο αλλοδαπός δεν απασχολείται υπό λιγότερους ευνοϊκούς όρους απ’ ό,τι παρεμφερείς Γερμανοί εργαζόμενοι.

  • αλλοεθνής

    adjective masculine masculine, feminine

    originating from or characteristic of a different country [..]

    This foreign man did so, in the face of possibly violent interference.

    Εκείνος ο αλλοεθνής το έκανε αυτό, παρά τον κίνδυνο βίαιης εναντίωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξενικός
    • εισαγόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " foreign " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "foreign" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "foreign" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη