Μετάφραση του "forger" σε Ελληνικά

Οι πλαστογράφος, παραχαράκτης, σιδηρουργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forger" σε Ελληνικά.

forger noun γραμματική

Person who falsifies documents with intent to defraud, eg, to create a false will. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαστογράφος

    He's now known as the greatest art forger in the world.

    Είναι πια γνωστός σαν ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του κόσμου.

  • παραχαράκτης

    noun

    He's he forger of weaponry and armour for the Ancients.

    He είναι αυτός παραχαράκτης του εξοπλισμού και τεθωρακισμένο για το Ancients.

  • σιδηρουργός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη