Μετάφραση του "forgery" σε Ελληνικά

Οι πλαστογραφία, πλαστογράφηση, Πλαστογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forgery" σε Ελληνικά.

forgery noun γραμματική

The act of forging metal into shape. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαστογραφία

    noun feminine

    the act of forging, fabricating or producing falsely

    She had proffered a charge of forgery against her son.

    Υπέβαλε μήνυση πλαστογραφίας εις βάρος του γιου της.

  • πλαστογράφηση

    noun feminine

    that which is forged or counterfeited

    The Louvre would know at once this was a forgery.

    Το Λούβρο θα ήξερε αμέσως ότι πρόκειται για πλαστογράφηση.

  • Πλαστογραφία

    process of making, adapting, or imitating objects, statistics, or documents with the intent to deceive

    Forgery of the highest standard, but a forgery

    Πλαστογραφία της καλύτερης ποιότητας, αλλά και πάλι πρέπει να είναι πλαστογραφία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλαστό
    • παραποίηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forgery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "forgery" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forgery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη