Μετάφραση του "fouling" σε Ελληνικά

Το ρύπανση είναι η μετάφραση του "fouling" σε Ελληνικά.

fouling verb noun γραμματική

Present participle of foul. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρύπανση

    noun feminine

    Fouling on grilles, filters and fans shall be removed before the measurements.

    Η ρύπανση σε πλέγματα, φίλτρα και ανεμιστήρες αφαιρείται πριν την εκτέλεση των μετρήσεων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fouling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fouling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Φάουλ · αηδιαστικός · αισχρός · ακάθαρτος · αντικανονικός · αχρείος · βρωμερός · δυσάρεστος · δυσώδης · δύσοσμος · κακός · λερώνω · μολύνω · πρόστυχος · ρυπαίνω · φάουλ · φαουλ · χυδαίος
  • μπαλιά φάουλ
  • βρωμάω · μυρίζω
  • βρωμιά
  • αύξηση των ακάθαρτων αποθέσεων (ακαθαρσιών)
  • απαίσιος καιρός
  • αντικανονικό παιχνίδι · ατιμία · βρομιά · βρωμοδουλειά · βρόμικο παιχνίδι · πουστιά · προστυχιά
  • ανοησία · γκάφα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fouling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη