Μετάφραση του "frailty" σε Ελληνικά

Οι αδυναμία, αστάθεια, ανημποριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frailty" σε Ελληνικά.

frailty noun γραμματική

(uncountable) The condition quality of being frail, physically, mentally, or morally; frailness; infirmity; weakness of resolution; liability to be deceived or seduced. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun feminine

    A brutal killer betrayed by the frailty of his own flesh.

    Ένας αιμοσταγής δολοφόνος που προδίδεται, από την αδυναμία της ίδιας του της σάρκας.

  • αστάθεια

    Inner demons and human frailty is my Iife's work.

    Ασχολούμαι με τα δαιμόνια και την ανθρώπινη αστάθεια.

  • ανημποριά

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευπάθεια
    • ασθενικότητα
    • ατονία
    • εξάντληση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frailty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Frailty

Frailty (film)

+ Προσθήκη

"Frailty" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Frailty στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frailty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη