Μετάφραση του "frontal" σε Ελληνικά

Οι μετωπιαίος, μετωπικός, μπροστινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frontal" σε Ελληνικά.

frontal adjective noun γραμματική

Of, relating to, directed toward, or situated at the front: a frontal attack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετωπιαίος

    adjective

    His frontal lobe is working way better than mine.

    Ο μετωπιαίος λοβός του δουλεύει πολύ καλύτερα από τον δικό μου.

  • μετωπικός

    adjective

    The frontal lobe is the crowning achievement of the human brain.

    Ο μετωπικός λοβός είναι το επιστέ - γασμα του ανθρώπινου εγκεφάλου.

  • μπροστινός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frontal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frontal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μετωπιαίος λοβός · μετωπιαίος λοβός
  • Μετωπιαίο οστό · μετωπιαίο οστό
  • κατά μέτωπο επίθεση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frontal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη