Μετάφραση του "frontier" σε Ελληνικά
Οι σύνορο, μεθόριος, μεθοριακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frontier" σε Ελληνικά.
That part of a country which fronts or faces another country or an unsettled region; the marches; the border, confine, or extreme part of a country, bordering on another country; the border of the settled and cultivated part of a country; as, the frontier of civilization. [..]
-
σύνορο
noun neuterpart of a country that fronts or faces another country or an unsettled region
His East Chamber spies scouted the country for me, so the two generals took me to the frontier.
Οι πράκτορές του όργωσαν την χώρα για να με βρουν, έτσι οι δύο στρατηγοί με έφεραν στα σύνορα.
-
μεθόριος
When Colonel Bouquet arrives, the frontier can start moving west again.
Όταν ο συνταγματάρχης Μπουκέ φθάσει, η μεθόριος θα αρχίσει να εξαπλώνεται και πάλι προς δυσμάς.
-
μεθοριακός
A frontier worker may also obtain benefits in the territory of the competent State.
Ο μεθοριακός εργαζόμενος δύνανται επίσης, να λαμβάνει τις παροχές στο έδαφος του αρμοδίου κράτους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύνορα
- παραμεθόριος
- ορίζοντας
- οχυρό
- ακριτικός
- άγνωστος κλάδος, τομέας
- ακριτικές περιοχές
- ανεξερεύνητη περιοχή
- εσχατιά
- στόχος
- όριο γνώσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " frontier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An unincorporated community in Minnesota. [..]
"Frontier" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Frontier στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "frontier"
Φράσεις παρόμοιες με "frontier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το έσχατο μέτωπο
-
ενδοκοινοτικά σύνορα
-
ανοίγω νέους ορίζοντες σε
-
τιμή «ελεύθερο στα σύνορα»
-
καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων
-
ακριτική περιοχή · παραμεθόρια περιοχή
-
μεθοριακή διακίνηση
-
η τελευταία ανέπαφη γη · ο τελευταίος ορίζοντας · το έσχατο όριο · το τελευταίο (εχθρικό) θυλάκιο · το τελευταίο οχυρό