Μετάφραση του "frown" σε Ελληνικά

Οι συνοφρύωση, συνοφρυώνομαι, κατσουφιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frown" σε Ελληνικά.

frown verb noun γραμματική

A facial expression in which the eyebrows are brought together, and the forehead is wrinkled, usually indicating displeasure, sadness or worry, or less often confusion or concentration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνοφρύωση

    noun feminine

    facial expression

  • συνοφρυώνομαι

    verb

    You know, I usually frown upon walk-ins, but how can I help you?

    Ξέρετε, συνήθως συνοφρυώνομαι όταν μπαίνουν μέσα, αλλά πώς μπορώ να βοηθήσω;

  • κατσουφιάζω

    She said she looked better when I frowned.

    Είπε ότι φαίνεται καλύτερα όταν κατσουφιάζω.

  • συνοφρύουμαι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frown " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "frown"

Φράσεις παρόμοιες με "frown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frown" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη