Μετάφραση του "frozen" σε Ελληνικά

Οι κατεψυγμένος, καταψυγμένος, παγωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frozen" σε Ελληνικά.

frozen adjective verb γραμματική

In the state of that which freezes; in ice form. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατεψυγμένος

    adjective masculine

    in the state of that which freezes

    Former foodstuff containing animal products; with or without treatment such as fresh, frozen, dried.

    Πρώην τρόφιμα που περιέχουν ζωικά προϊόντα· με ή χωρίς επεξεργασία όπως νωπά, κατεψυγμένα, αποξηραμένα.

  • καταψυγμένος

  • παγωμένος

    particle

    As we speak, the frozen planet of Rinn is facing an energy crisis.

    Αυτή τη στιγμή ο παγωμένος πλανήτης Ρινν αντιμετωπίζει ενεργειακή κρίση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frozen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "frozen"

Φράσεις παρόμοιες με "frozen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frozen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη