Μετάφραση του "fun" σε Ελληνικά
Οι κέφι, διασκέδαση, αστείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fun" σε Ελληνικά.
fun
adjective
verb
noun
γραμματική
(informal) enjoyable, amusing. [..]
-
κέφι
noun neuterplayful, often noisy, activity [..]
After the three have had their fun, she kills them in revenge.
Αφού οι τρεις έκαναν το κέφι τους, τους σκοτώνει για εκδίκηση.
-
διασκέδαση
noun feminineIt's fun for a while, but then fun runs out.
Για λίγο είvαι καλά αλλά μετά η διασκέδαση τελειώvει.
-
αστείο
noun neuterThey're the most fun I've had since we've moved here.
Είναι ό, τι πιο αστείο έχω δει μετά από τη μετακόμιση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γλέντι
- διασκεδαστικός
- ευχάριστος
- γούστο
- τρέλα
- απολαυστικός
- γουστόζικος
- πλάκα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fun " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fun"
Φράσεις παρόμοιες με "fun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ναι, αμέ · ναι, πώς · ναι, σιγά!
-
σιγά να μην
-
περιγελώ κάποιον · περιπαίζω κάποιον
-
έτσι για πλάκα
-
κάνω πλάκα με · κοροϊδεύω · παίζω με · χλευάζω
-
έχει γούστο · έχει την πλάκα του · έχει φάση · είναι απόλαυση · είναι χαρά
-
η ώρα τού παιδιού
-
τώρα θα διασκεδάσουμε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη