Μετάφραση του "function" σε Ελληνικά

Οι λειτουργία, συνάρτηση, λειτουργώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "function" σε Ελληνικά.

function verb noun γραμματική

What something does or is used for. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργία

    noun feminine

    what something does or is used for [..]

    Member States shall be responsible for ensuring that the systems function effectively throughout the programme period.

    Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

  • συνάρτηση

    noun feminine neuter | Μαθημ.

    mathematics: a relation between a set of inputs and a set of permissible outputs [..]

    I feel somewhat like an inverse tangent function that's approaching an asymptote.

    Αισθάνομαι σα μια αντίστροφη συνάρτηση εφαπτομένης που πλησιάζει μια ασύμπτωτη.

  • λειτουργώ

    verb

    to carry on a function

    The battery of my cellphone doesn't function anymore.

    Η μπαταρία του κινητού μου δε λειτουργεί πλέον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λειτούργημα
    • καθήκον
    • αποστολή
    • τελετή
    • διαδικασία
    • δεξίωση
    • εργάζομαι
    • λειτουργώ ως
    • υπηρεσία
    • εκδήλωση
    • Συνάρτηση
    • εξυπηρετώ
    • απεικόνιση
    • αντιστοίχηση
    • συμβάν
    • κοινωνικό γεγονός
    • μαθηματική λειτουργία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " function " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Function
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνάρτηση, λειτουργία

Φράσεις παρόμοιες με "function" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "function" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη