Μετάφραση του "generalization" σε Ελληνικά

Οι γενίκευση, αφαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generalization" σε Ελληνικά.

generalization noun γραμματική

(American) Alternative spelling of generalisation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενίκευση

    Noun

    A variant of this option would be the general application of opposition procedures.

    Μία εναλλακτική μορφή της επιλογής αυτής συνίσταται στη γενίκευση των διαδικασιών διατύπωσης αντιρρήσεων.

  • αφαίρεση

    noun feminine

    In general there is a ban on shark finning.

    Γενικά, η αφαίρεση των πτερυγίων των καρχαριών απαγορεύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generalization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "generalization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generalization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη