Μετάφραση του "generalize" σε Ελληνικά
Το γενικεύω είναι η μετάφραση του "generalize" σε Ελληνικά.
generalize
verb
γραμματική
To speak in generalities, or in vague terms. [..]
-
γενικεύω
verbSubstances which are the objects of offences are generally confiscated.
Η δήμευση ουσιών που αποτελούν αντικείμενο αδικήματος είναι γενικευμένη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " generalize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "generalize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επικοινωνίες επόμενης γενιάς
-
γένεση · γέννηση · γενεά · γενιά · παραγωγή
-
γενετικός · γεννητικός · παραγωγικός
-
Γεννήτρια τυχαίων αριθμών
-
Πρότυπη γλώσσα γενικευμένης σήμανσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη