Μετάφραση του "generalize" σε Ελληνικά

Το γενικεύω είναι η μετάφραση του "generalize" σε Ελληνικά.

generalize verb γραμματική

To speak in generalities, or in vague terms. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικεύω

    verb

    Substances which are the objects of offences are generally confiscated.

    Η δήμευση ουσιών που αποτελούν αντικείμενο αδικήματος είναι γενικευμένη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generalize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "generalize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generalize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη