Μετάφραση του "generosity" σε Ελληνικά

Οι απλοχεριά, γενναιοδωρία, γενναιοψυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generosity" σε Ελληνικά.

generosity noun γραμματική

(uncountable) the trait of being willing to donate money and/or time [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απλοχεριά

    Noun
  • γενναιοδωρία

    noun feminine

    the trait of being willing to give one's money and/or time [..]

    Well, enjoy it while it lasts because that's the end of my generosity.

    Λοιπόν, απόλαυσέ το όσο κρατήσει, γιατί εδώ τελειώνει η γενναιοδωρία μου.

  • γενναιοψυχία

  • μεγαλοψυχία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generosity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generosity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη