Μετάφραση του "generous" σε Ελληνικά

Οι γενναιόδωρος, γερός, γαλαντόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generous" σε Ελληνικά.

generous adjective γραμματική

(obsolete) Of noble birth. [16th-19th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενναιόδωρος

    adjective masculine

    willing to give and share unsparingly

    A Communist who is generous enough to pay off our mortgage.

    Αρκετά γενναιόδωρος για να πληρώσει το δάνειό μας.

  • γερός

    adjective masculine

    large, ample

  • γαλαντόμος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενναίος
    • άφθονος
    • ανοιχτοχέρης
    • γενναιόψυχος
    • δυνατός
    • μεγαλόψυχος
    • πλούσιος
    • επιεικής
    • χουβαρντάς
    • αφειδής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "generous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη