Μετάφραση του "goodwill" σε Ελληνικά

Οι θέληση, ευμένεια, αέρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "goodwill" σε Ελληνικά.

goodwill noun γραμματική

A favorably disposed attitude toward someone or something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέληση

    noun feminine

    favorably disposed attitude toward someone or something

    You demonstrated your goodwill without allowing him to take further advantage.

    Έδειξες την καλή σου θέληση χωρίς να του επιτρέψεις να σε εκμεταλλευτεί περαιτέρω.

  • ευμένεια

    noun feminine

    favorably disposed attitude [..]

    And that said, the goodwill that we have engendered among the people of Nassau is not without limits.

    Πέραν απ'αυτό, η ευμένεια που εμποτίσαμε στους ανθρώπους του Νασσάου έχει τα όριά της.

  • αέρας

    noun masculine

    value of a business entity not directly attributable to its tangible assets and liabilities

    200 for the stock and 700 for the goodwill.

    Το εμπόρευμα διακόσια, ο αέρας εφτακόσια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύνοια
    • πελατεία
    • Υπεραξία
    • χάρη
    • άυλο κεφάλαιο
    • καλή θέληση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " goodwill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Goodwill
+ Προσθήκη

"Goodwill" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Goodwill στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "goodwill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "goodwill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη