Μετάφραση του "grazing" σε Ελληνικά

Οι βοσκή, βοσκότοπος, βόσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grazing" σε Ελληνικά.

grazing noun verb γραμματική

Present participle of graze. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοσκή

    noun

    The vegetation on pastures that is available for livestock to feed upon.

    The basis of the flock's diet consists of fodder that has been grazed or given to the animals.

    Η βάση της διατροφής του κοπαδιού αποτελείται από χορτονομές που προέρχονται από βοσκή ή διανέμονται στα ζώα.

  • βοσκότοπος

    noun masculine

    The vegetation on pastures that is available for livestock to feed upon.

    It's possibly the best grazing land in all of Africa.

    Είναι ίσως ο καλύτερος βοσκότοπος σε όλη την Αφρική.

  • βόσκηση

    The vegetation on pastures that is available for livestock to feed upon.

    Indeed, grazing alone is not always sufficient to guarantee proper animal welfare.

    Πράγματι, μόνο η βόσκηση δεν αρκεί πάντοτε για να εξασφαλίσει την καλή διαβίωση των ζώων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grazing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grazing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γδέρνω
  • βοσκότοπος · λιβάδι
  • Ιπποτραγώδη
  • αμυχή · βοσκάω · βοσκή · βοσκότοπος · βοσκώ · βόσκηση · βόσκω · γδάρσιμο · γδέρνω · γρατζουνιά · γρατζούνισμα · εγγίζω
  • γδέρνω
  • βοσκότοπος · λιβάδι
  • αμυχή · βοσκάω · βοσκή · βοσκότοπος · βοσκώ · βόσκηση · βόσκω · γδάρσιμο · γδέρνω · γρατζουνιά · γρατζούνισμα · εγγίζω
  • βοσκότοπος · λιβάδι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grazing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη