Μετάφραση του "grounding" σε Ελληνικά
Οι γείωση, ακινητοποίηση, απαγόρευση (απόπλου, πτήσεων) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grounding" σε Ελληνικά.
grounding
noun
verb
γραμματική
The return to a fully conscious state after a psychedelic experience. [..]
-
γείωση
noun feminineThe ground wire's not supposed to run back to the motor.
Η γείωση δεν πρέπει να πηγαίνει μέσα στο μοτέρ.
-
ακινητοποίηση
noun -
απαγόρευση (απόπλου, πτήσεων)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθήλωση στο έδαφος
- καθήλωση στο λιμάνι
- παραμονή στο έδαφος
- προσάραξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grounding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αέρος - εδάφους - αέρος
-
γαουλθερία · γωλθερία · φράουλα gaultheria procubens
-
κυκλώματος γείωσης
-
ηλεκτρόδιο γείωσης
-
Σύστημα επικοινωνιών εδάφους-εδάφους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη