Μετάφραση του "growing" σε Ελληνικά

Οι ανάπτυξη, διογκούμενος, μεγαλώνοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "growing" σε Ελληνικά.

growing adjective noun verb γραμματική

Present participle of grow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάπτυξη

    noun feminine

    Many of these coastal areas are also densely populated and tourism has been growing steadily.

    Επίσης, πολλές από τις παράκτιες αυτές περιοχές είναι πυκνοκατοικημένες και ο τουρισμός έχει σημειώσει σταθερή ανάπτυξη.

  • διογκούμενος

    There's a growing extremism that comes from both sides

    Παρατηρείται ένας διογκούμενος εξτρεμισμός και από τις δύο πλευρές

  • μεγαλώνοντας

    particle

    It's like your parents knew you'd grow up to be a big snob.

    Λες κι οι γονείς σου ήξεραν ότι μεγαλώνοντας θα γίνεις ψώνιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπτυσσόμενος
    • αυξανόμενος
    • διαρκώς αυξανόμενος
    • κλιμακούμενος
    • ολοένα διαδιδόμενος
    • ωρίμανση
    • όλο και περισσότεροι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " growing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "growing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακμάζω · ανάπτυξη · αναπτύσσομαι · ανδρώνομαι · αυξάνομαι · αυξάνω · αφήνω · αύξηση · βγάζω · βλασταίνω · γίνομαι · γίνομαι δημοφιλής · εκπηγάζω · εκπορεύομαι · εμφανίζω · κάνω · καλλιεργώ · μεγαλώνω · μεγεθύνομαι · μετατρέπομαι · ξεφυτρώνω · παράγω · φουντώνω · φυτρώνω · φύομαι
  • γίνομαι ανθεκτικός σε · είμαι ανθεκτικότερος σε · μένω ασυγκίνητος από
  • είμαι αυτοφυής
  • αδυνατίζω · αραιώνω · εξαντλούμαι · λεπταίνω
  • αναπτύσσομαι · ανδρώνομαι · βάλε μυαλό · ενηλικιώνομαι · μεγαλώνω · σοβαρεύομαι · ωριμάζω
  • ανδρώνομαι
  • αναπτύσσω · εξελίσσω
  • καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "growing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη