Μετάφραση του "grue" σε Ελληνικά

Το πρασινογάλαζος είναι η μετάφραση του "grue" σε Ελληνικά.

grue verb noun adjective γραμματική

(intransitive, archaic) To be frightened; to shudder with fear. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρασινογάλαζος

    masculine

    linguistics: green or blue in languages that do not distinguish the two colors [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη