Μετάφραση του "gruelling" σε Ελληνικά
Οι εξαντλητικός, επίμοχθος, κοπιαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gruelling" σε Ελληνικά.
gruelling
adjective
γραμματική
So difficult or taxing as to make one exhausted; backbreaking. [..]
-
εξαντλητικός
A long, gruelling, intoxicating war.
Ένας μακρύς, εξαντλητικός, μεθυστικός πόλεμος.
-
επίμοχθος
adjective -
κοπιαστικός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοπιώδης
- κουραστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gruelling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη