Μετάφραση του "grumbling" σε Ελληνικά
Οι παραπονούμενος, γογγυσμός, γογγυτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grumbling" σε Ελληνικά.
grumbling
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of grumble. [..]
-
παραπονούμενος
particle -
γογγυσμός
nounBut one’s long-suffering is not genuine if it is accompanied by grumbling and complaining.
Αλλά η μακροθυμία δεν είναι γνήσια αν συνοδεύεται από γογγυσμούς και παράπονα.
-
γογγυτό
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μουρμουρητό
- μουρμούρα
- παραπονεμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grumbling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grumbling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκρινιάζω · παραπονιέμαι
-
γκαντεμιάζω
-
γκρίνια · γκρινιάζω · γογγυσμός · γογγυτό · γογγύζω · μεμψιμοιρώ · μουρμουρίζω · μουρμουρητό · μουρμούρα · παράπονο · παραπονιέμαι
-
γκρίνια · γκρινιάζω · γογγυσμός · γογγυτό · γογγύζω · μεμψιμοιρώ · μουρμουρίζω · μουρμουρητό · μουρμούρα · παράπονο · παραπονιέμαι
-
γκρίνια · γκρινιάζω · γογγυσμός · γογγυτό · γογγύζω · μεμψιμοιρώ · μουρμουρίζω · μουρμουρητό · μουρμούρα · παράπονο · παραπονιέμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη